zoom outzoom in  μέγεθος γραμματοσειράς

Ευρωπαϊκό Ρυθμιστικό Πλαίσιο

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) μέσω των -πρωτογενούς και δευτερογενούς δικαίου- κανόνων της στοχεύει στη δημιουργία μίας ανταγωνιστικής, ενοποιημένης και με υψηλή ρευστότητα αγοράς ενέργειας, στη δίκαιη πρόσβαση σε αυτήν, στη μεγαλύτερη προστασία των καταναλωτών και, εν γένει, στη δημιουργία μίας στέρεης βάσης προκειμένου να διοχετεύεται η ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο εκεί όπου χρειάζεται.

Οι βασικοί στόχοι της πολιτικής ενέργειας της Ε.Ε. στο πλαίσιο των βασικών ελευθεριών κυκλοφορίας προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων θεμελιώνονται στο άρθρο 194 Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ε.Ε. (ΣΛΕΕ) και συνίστανται στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς ενέργειας, στη διασφάλιση της ασφάλειας εφοδιασμού, τη διασύνδεση των ενεργειακών δικτύων, την αειφορία και την ανταγωνιστικότητα. Ειδικότερα:

α) Η διασφάλιση του ενεργειακού εφοδιασμού της Ένωσης συνίσταται κυρίως : i) στη λήψη άμεσων μέτρων αντιμετώπισης κρίσεων, ii) στην υιοθέτηση νέων μηχανισμών αλληλεγγύης υπέρ των αδυνάμων, iii) στην ενδυνάμωση των διευρωπαϊκών υποδομών ενέργειας, iv) στην διαφοροποίηση των πηγών και οδεύσεων εισαγωγής, v) στη συγκρότηση μίας συλλογικής εξωτερικής ενεργειακής πολιτικής («speaking with one voice»), καθώς και vi) στους κατωτέρω υπό (β) και (γ) στόχους. Σχετικές πράξεις παραγώγου δικαίου είναι οι Οδηγίες περί μέτρων διασφάλισης εφοδιασμού με ηλεκτρισμό και φυσικό αέριο και περί υποχρεωτικής διατήρησης αποθεμάτων πετρελαίου.

Ειδικά για το φυσικό αέριο, σε συνέχεια της Ρωσο-Ουκρανικής κρίσης του χειμώνα 2008/2009, εκδόθηκε ο Κανονισμός 994/2010 σχετικά με τα μέτρα κατοχύρωσης της ασφάλειας εφοδιασμού με αέριο, αποσκοπώντας στην ενίσχυση των μηχανισμών πρόληψης και αντιμετώπισης κρίσεων.

Ωστόσο, κρίθηκε αναγκαία η κατάργηση του προαναφερόμενου Κανονισμού και η έκδοση νεότερου, με βασικό πυλώνα την περαιτέρω ενίσχυση της περιφερειακής συνεργασίας στην πρόληψη κρίσεων και την κατάρτιση κοινών σχεδίων έκτακτης ανάγκης μέσω της εγκαθίδρυσης μηχανισμού αλληλεγγύης μεταξύ διασυνδεδεμένων κρατών-μελών (άμεσα αλλά και μέσω τρίτων χωρών) προς διασφάλιση της τροφοδοσίας τουλάχιστον των εξ αλληλεγγύης προστατευόμενων πελατών. Ως εκ τούτου εκδόθηκε ο Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1938 της 25ης Οκτωβρίου 2017 σχετικά με τα μέτρα κατοχύρωσης της ασφάλειας εφοδιασμού με φυσικό αέριο.

β) Προώθηση της ενεργειακής αποδοτικότητας και της εξοικονόμησης ενέργειας καθώς και της ανάπτυξης νέων και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ). Σχετικές πράξεις παραγώγου δικαίου είναι οι Οδηγίες περί προώθησης παραγωγής ηλεκτρισμού από ΑΠΕ και χρήσης βιοκαυσίμων στις μεταφορές, περί γεωλογικής αποθήκευσης CO2, περί συστήματος εμπορίας ρύπων και περί ενεργειακής απόδοσης [Οδηγία 2012/27/ΕΕ] .

γ) Προώθηση της βέλτιστης διασύνδεσης των ενεργειακών δικτύων, κυρίως μέσω του χαρακτηρισμού των έργων ως έργα κοινού ενδιαφέροντος [Projects of Common Interest (PCI)] και χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και το Ταμείο Συνοχής (άρθρο 177 ΣΛΕΕ). Δυνάμει του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2236/1995, τα έργα κοινού ενδιαφέροντος έχουν προτεραιότητα για τη χορήγηση κοινοτικής ενίσχυσης. Με την υπ’ αριθ. 1364/2006 απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καθορίζονται οι βασικοί προσανατολισμοί για τα διευρωπαϊκά δίκτυα στον τομέα της ενέργειας που προσδιορίζουν έργα κοινού ενδιαφέροντος και έργα προτεραιότητας μεταξύ των διευρωπαϊκών δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου. Με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 347/2013 καθορίζονται οι κατευθυντήριες γραμμές για τις διευρωπαϊκές ενεργειακές υποδομές, προσδιορίζοντας 12 διαδρόμους και πεδία προτεραιότητας σε ενεργειακά δίκτυα και προβλέποντας μέτρα επιτάχυνσης διαδικασιών χορήγησης των σχετικών αδειών στα έργα κοινού ενδιαφέροντος. Ο εν λόγω Κανονισμός τροποποιήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1391/2013 , έτσι ώστε να προσδιορίσει τον ενωσιακό κατάλογο των έργων κοινού ενδιαφέροντος. Περαιτέρω, με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1316/2013 , δημιουργείται ο μηχανισμός χρηματοδοτικής διευκόλυνσης «Συνδέοντας την Ευρώπη» [Connecting Europe Facility (CEF)] με σκοπό την υποστήριξη έργων προτεραιότητας από το 2014-2020, στους τομείς ενέργειας, μεταφορών και ψηφιακής υποδομής. Στην αποτελεσματική εφαρμογή των ανωτέρω, συμβάλλουν και οι προβλέψεις του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 617/2010 , ο οποίος αντικαταστάθηκε εν συνεχεία με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 256/2014, οι οποίοι ζητούν από τα Κράτη Μέλη να κοινοποιούν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα σχέδιά τους για επενδύσεις σε ενεργειακή υποδομή εντός της Ε.Ε..

δ) Διασφάλιση της λειτουργίας (ολοκλήρωση) της εσωτερικής αγοράς ενέργειας, η οποία εκτιμάται ότι θα επιφέρει το υγιές και ασφαλές επενδυτικό περιβάλλον που θα χρηματοδοτήσει την ανάπτυξη των υποδομών αλλά και την δυνατότητα στον καταναλωτή να απολαμβάνει ανάλογης ποιότητας και τιμής παροχή ενεργειακών αγαθών. Η πορεία της ολοκλήρωσης έχει ως μέσο τη δημιουργία ανταγωνιστικών αγορών ενέργειας, λαμβανομένων πάντα υπόψη των ιδιαιτεροτήτων κάθε Κράτους Μέλους (π.χ. ΥΓΟΣ) και των απαιτήσεων ασφαλείας εφοδιασμού.

Οι ως άνω πολιτικές υλοποίησης της ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς ενέργειας πραγματοποιούνται σταδιακά μέσω διαδοχικών νομοθετικών δεσμών («ενεργειακά πακέτα») μεταξύ 1998 και 2009, οι οποίες μέχρι σήμερα έχουν ως εξής:

Το 1ο ενεργειακό πακέτο (1998-2003), το οποίο συνιστούν κυρίως Οδηγίες περί κοινών κανόνων για την εσωτερική αγορά ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου, ίδρυσε τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και εισήγαγε το δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης τρίτων στα δίκτυα [«Third Party Access»(TPA)] καθώς και την υποχρέωση λογιστικού και λειτουργικού διαχωρισμού. Σημειώνεται όμως ότι επετράπη σε κάθε χώρα να επιλέξει από μόνη της τα αναγκαία ρυθμιστικά μέτρα και το σχεδιασμό ως προς τη λειτουργία των αγορών τους (market design), αναλόγως των ιδιαίτερων δομικών και λειτουργικών συνθηκών τους. Στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές ανατέθηκε τόσο ο σημαντικός ρόλος της εποπτείας της συμμόρφωσης της αγοράς στις ανωτέρω αρχές και ιδίως η ρύθμιση των τιμολογίων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας. Στα πλαίσια αυτά, εκδόθηκε για το φυσικό αέριο η Οδηγία 98/30/ΕΚ.

Το 2ο ενεργειακό πακέτο (2003-2009), το οποίο συνιστούν κυρίως Οδηγίες περί κοινών κανόνων για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου και Κανονισμοί περί όρων πρόσβασης στο δίκτυο για διασυνοριακές ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας καθώς και στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου, προσπάθησε να επεκτείνει τα αποτελέσματα του 1ου ενεργειακού πακέτου, εισάγοντας το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής, και εύκολης αλλαγής, προμηθευτή, καθώς και την υποχρέωση του νομικού διαχωρισμού μεταξύ των δραστηριοτήτων παραγωγής/προμήθειας και μεταφοράς ή διανομής. Ειδικότερα, για το φυσικό αέριο εκδίδεται η Οδηγία 2003/55/ΕΚ και ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθμ. 1775/2005, ο οποίος καθορίζει τεχνικούς κανόνες πρόσβασης στα δίκτυα μεταφοράς καθώς και κανόνες κατανομής δυναμικότητας και διαχείρισης συμφόρησης.

Το 3ο ενεργειακό πακέτο (2009-έως σήμερα). Παρά τη σημαντική πρόοδο που είχε συντελεστεί στον τομέα της ενέργειας, παρατηρούντο ακόμα εμπόδια στον υγιή ανταγωνισμό στις αγορές χονδρικής πώλησης φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς οι αγορές παρέμεναν κυρίως εθνικές, με σχετικά περιορισμένο διασυνοριακό εμπόριο και υψηλά επίπεδα συγκέντρωσης. Προκειμένου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εντοπίσει τα εμπόδια που εμπόδιζαν την ανάπτυξη του ανταγωνισμού στις εν λόγω αγορές, το 2005 ξεκίνησε μία τομεακή έρευνα («Energy Sector Inquiry») η οποία ολοκληρώθηκε το 2007. Βάσει των αποτελεσμάτων της τομεακής έρευνας και προς αντιμετώπιση των εντοπισμένων προβλημάτων στην αγορά υιοθετήθηκε το 3ο ενεργειακό πακέτο, το οποίο περιλαμβάνει κυρίως Οδηγίες περί κοινών κανόνων για την εσωτερική αγορά ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου και Κανονισμούς περί σύστασης του Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας [Agency for the Cooperation of Energy Regulators (ACER)], καθώς και περί όρων πρόσβασης στο δίκτυο για διασυνοριακές ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας και πρόσβασης στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου. Οι κυριότερες αλλαγές που επιφέρει το νέο πακέτο είναι ο ιδιοκτησιακός διαχωρισμός των δραστηριοτήτων παραγωγής/προμήθειας από τις δραστηριότητες μεταφοράς, η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων και της ανεξαρτησίας των ρυθμιστικών αρχών και η συνεργασία μεταξύ ρυθμιστικών αρχών, διαχειριστών δικτύων και Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και η ενίσχυση της διαφάνειας στην πληροφόρηση. Ειδικότερα, για το φυσικό αέριο, το 3ο ενεργειακό πακέτο περιλαμβάνει:

α) την Οδηγία 2009/73/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της Οδηγίας 2003/55/ΕΚ,

β) τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 715/2009 σχετικά με τους όρους πρόσβασης στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου και για την κατάργηση του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1775/2005, ο όποιος περιλαμβάνει και μέτρα διαχείρισης συμβατικής συμφόρησης και προβλέπει τη δημιουργία Ευρωπαϊκού Δικτύου Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς Αερίου («ENTSO-G»), και

γ) τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 713/2009 για την ίδρυση Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας.

Το ανωτέρω νομοθετικό και ρυθμιστικό πλαίσιο για το φυσικό αέριο συμπληρώνεται από μία σειρά Οδηγιών και Κανονισμών, κυρίως τους ακόλουθους:

- Την Οδηγία 2008/92/ΕΚ σχετικά με κοινοτική διαδικασία για τη βελτίωση της διαφάνειας των τιμών αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας για τον τελικό βιομηχανικό καταναλωτή η οποία υποχρεώνει τα Κράτη Μέλη να διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω τιμές και τα συστήματα τιμών που χρησιμοποιήθηκαν ανακοινώνονται στη Eurostat δύο φορές ανά έτος.

- Την Οδηγία 2003/96/ΕΚ σχετικά µε την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία βρίσκεται σε διαδικασία αναθεώρησης.

- Τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1227/2011 για την ακεραιότητα και τη διαφάνεια στη χονδρική αγορά ενέργειας (γνωστός ως Κανονισμός «REMIT»), βάσει του οποίου ανατίθεται στον ACER η αρμοδιότητα της παρακολούθησης των αγορών χονδρικής πώλησης φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας δια της συγκέντρωσης και επεξεργασίας δεδομένων σχετικά με τις συναλλαγές στις εν λόγω αγορές, καθώς και η αρμοδιότητα της διερεύνησης πιθανών καταχρηστικών πρακτικών στις εν λόγω αγορές και ο συντονισμός της επιβολής κατάλληλων κυρώσεων για παραβάσεις των διατάξεων του Κανονισμού, την ευθύνη για την επιβολή των οποίων έχουν οι ρυθμιστικές αρχές των Κρατών Μελών. Ο εν λόγω Κανονισμός συμπληρώθηκε με τις διατάξεις του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1348/2014 , ο οποίος προσδιορίζει τον τρόπο αναφοράς των δεδομένων για την εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 2 και 6 του Κανονισμού REMIT [για περισσότερες πληροφορίες για τις απαιτήσεις του REMIT βλ. σχετική ενότητα του Ρυθμιστικού Πλαισίου].

- Τον Κανονισμό (EΕ) αριθ. 984/2013  για τη θέσπιση κώδικα δικτύου σχετικά με μηχανισμούς κατανομής δυναμικότητας στα συστήματα μεταφοράς αερίου και για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 715/2009, o οποίος αντικαταστάθηκε με τον Κανονισμό 2017/459/ΕΕ.

- Τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 312/2014  για τη θέσπιση κώδικα δικτύου όσον αφορά την εξισορρόπηση του φυσικού αερίου στα δίκτυα μεταφοράς.

- Τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 703/2015 της Επιτροπής για τη θέσπιση κώδικα δικτύου όσον αφορά τους κανόνες για τη διαλειτουργικότητα και την ανταλλαγή δεδομένων.

-  Απόφαση (ΕΕ) 2015/715 της Επιτροπής για την τροποποίηση του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 715/2009 περί όρων πρόσβασης στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου.

-  Απόφαση 2012/490/ΕΕ της Επιτροπής για τροποποίηση του παραρτήματος Ι του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 715/2009 περί όρων πρόσβασης στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου.

- Απόφαση 2010/685/ΕΕ της Επιτροπής για την τροποποίηση του κεφαλαίου 3 του παραρτήματος Ι του (ΕΚ) αριθμ. 715/2009.

-  Απόφαση 994/2012/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη θέσπιση μηχανισμού ανταλλαγής πληροφοριών που αφορούν τις διακυβερνητικές συμφωνίες μεταξύ κρατών –μελών και τρίτων χωρών στον τομέα της ενέργειας, η οποία αντικαταστάθηκε με την Απόφαση 2017/684/ΕΕ.

- Την Οδηγία 2014/94/ΕΕ για την ανάπτυξη υποδομών εναλλακτικών καυσίμων.

- Τον Κανονισμό 2017/460/ΕΕ για τη θέσπιση κώδικα δικτύου σχετικά με την εναρμονισμένη διάρθρωση των τιμολογίων μεταφοράς αερίου.